Οικεία μολυσμένη πατρίδα

Ξέρω μια ιστορία για κάποιο που ξέχασε να ζήσει κ γνριζε αλυχτώντας μονάχος τις ννχτες, σαν λνκος που ξέφυγε απ’ την αγέλη του, γυρενοντας να ρρει την αγκαλιά που τον άφησε πίσω, όχι για να της πει σ’ αγαπώ- γιατί αυτά είναι μαλακίες – απλώς θέλει να ζητήσει πίσω την πλαστική του καρδιά που ξέχασε κ την πήρε μαζί της στο ταξίδι της, ένα ταξίδι σε μια άλλη γη λιγότερο όμορφη απ’ αυτή, εκεί που τα λουλονδια είναι μαραμένα, εκεί που ο ουρανός είναι γκρίζος, εκεί που τα ποτάμια ξεράθηκαν και η θάλασσα είναι πιο μανρη απ’ τον πόνο. Ψάχνει κάπου να κρυφτεί, να περάσει η καταιγίδα κ μετά να ργει στο φως να θυμηθεί ποιος είναι, να χαμογελάσει κ να πει: επιτέλους... μια μέρα που δεν άργησε να έρθει είναι κοντά μου. Μα η αγάπη του είναι καπνός που σκορπάει στον μολυσμένο αέρα, κοιτάει τον ουρανό, θυμάται, του λείπει το σπίτι του. Μα είναι πια αργά, θα πέσει να κοιμηθεί, ννχτωσε, τώρα του μένει να θυμηθεί που είναι η χαμένη του πατρίδα. Μα αν δεν την ρρει το ίδιο του κάνει, τώρα ννχτωσε, το σκοτάδι του κλείνει τα μάτια, κάνει κρνο κ χιονίζει. Μ’ αυτός είναι ζεστός κι αρχίζει να φτερουγίζει, έχει πετάξει μακριά πια, είναι ελεύθερος τώρα, πάει επιτέλους να βρει την πατρίδα του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου